Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Σισύφεια μοίρα





Τι Σισύφεια μοίρα κι αυτή!

Τι γενετήσιο χάραγμα να φέρνεις άραγε στη ψυχή σου?

Την ώρα που ο ήλιος με ανοιξιάτικη τρυφερότητα χαϊδεύει το πρόσωπο σου.

Την ώρα που ο αγώνας και οι προσπάθειες, νιώθεις να ρίχνουν βάλσαμο στους κουρασμένους ώμους της ψυχής σου.

Την ώρα που νιώθεις δυνατός κι η φλόγα της δύναμης λες "δεν μπορεί να σβήσει".

Την ώρα που ο κατακόκκινος ιβίσκος σε φιλά λικνίζοντας τον λεπτό κορμό του.

Για κάποιο εφιαλτικό λόγο και πάλι, με ένα βουβό και απροειδοποίητο "κρακ" όλα χάνονται.

Και βυθίζεσαι βαθια στον βαλτωμένο κόσμο των δαιμόνων σου.

Στην απίστευτη μοναξιά του ακατανόητου.

Στη φρίκη του "χωρίς αύριο".

Στις πνιγηρές φλυαρίες του όχλου.

Στην απόγνωση των άηχων κραυγών σου.

Τυλιγμένος σε ένα κουβάρι από χιλιάδες κομμένα νήματα επικοινωνίας.

Βουλιάζεις με το βάρος όλου του κόσμου δεμένο στα πόδια σου.

Και ξέρεις ότι πρέπει να αρχίσεις ξανά τον ίδιο επίπονο αγώνα τις ίδιες κοπιώδεις προσπάθειες, για να σταθείς και πάλι πατώντας γερά στα πόδια σου ελπίζοντας πάντα ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά που πέφτεις κι όχι η τελευταία φορά που σηκώνεσαι....



Γιάννης Αθανασιάδης


Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Mύχιες αποχρώσεις

 


Υπάρχουν κάποιες μύχιες αποχρώσεις που διαχέονται μέσα από τα κύτταρα μας και αλλάζουν το φως της μέρας και το σκοτάδι της νύχτας.

Κάποιες μέρες κοσμούν υπέρλαμπρα κάθε τι μικρό κι ασήμαντο γύρω μας, αφήνοντας μια υπαρξιακή μέθη.

Κάποιες άλλες αποσυνθέτουν κάθε ωραίο και μεγάλο αναδύοντας σκιές θανάτου.

Δεν έχουν λόγο κι αφορμή. Δεν είναι παράγωγα της σκέψης.

Δεν νοιάζονται για ζέστη η κρύο. Δεν αλλάζουν με ήλιο ή βροχή.

Είναι ένα αυθύπαρκτο κι αυτόνομο κομμάτι του είναι μας που ποτέ δεν συνδιαλέγεται μαζί μας.

Κάποιες τέτοιες μέρες εμείς απλά τις βιώνουμε και με επίγνωση υποτασσόμαστε στα χρώματα τους.

Γιάννης Αθανασιάδης



Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων

του Γιάννη Αθανασιάδη


Πάντα τετοιες μέρες θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια και την γειτονιά με της προσφυγικές πολυκατοικίες και τα φτωχόσπιτα με τις αυλές!

Τότε που όλα τα παιδάκια λέγανε τα κάλαντα και παίρνανε τα παιχνίδια που είχανε σταμπάρει στην βιτρίνα του ψιλικατζίδικου της κυρα Μαίρης με τις κλωστές και τα κουβάρια. 

Τότε που έπρεπε να κάνω υπέρβαση της αποστροφής μου και να βγω και εγώ σαν όλα τα φυσιολογικά παιδιά να τα πω για να πάρω εκείνο το όπλο που πετούσε μπαλάκια του πινκ πονκ με πεπιεσμένο αέρα.

Τότε που έπρεπε να χτυπήσω την πόρτα της κυρα Ευγενίας που της είχα ρημάξει την μουριά και με κυνηγούσε με το σκουπόξυλο.

Που έπρεπε να τα πω στην κυρα Αμαλία που δεν προλάβαινε να φάει ώριμο βερίκοκο από την βερικοκιά της.

Στον κυρ Λευτέρη που του έσπασα το παρμπρίζ του φολκσβαγκεν με ένα μυτο που έριξα με την μπάλα.

Στις καραμανλουδες που πιστεύαμε ότι κρύβουν κάποιο σκοτεινό μυστικό στο σπίτι τους και γι αυτό συνέχεια κρυφοκοιτούσαν από τα μισάνοιχτα παντζούρια.

Στον κυρ Μπάμπη που του χάλασα την ντιζα από τη βέσπα του παίζοντας τάχα μου ότι έκανα ραλυ όταν την έβρισκα παρκαρισμένη στην είσοδο της προσφυγικής πολυκατοικίας. 

Να μπω σε όλες τις αυλές που την πρωτομαγιά κλέβαμε τον Μάη τρυπώντας τα χέρια μας από τα τριαντάφυλλα που κόβαμε.

Φτωχοί άνθρωποι που ήρθαν ξεριζωμένοι και πάλευαν να στήσουν την ζωή τους. Κι εγώ που, όπως πίστευα, όλο τον χρόνο πάλευα να τους την κάνω πιο δύσκολη, έπρεπε τώρα να τους πω και τα κάλαντα!

Κι όμως!!! 

Όσες φόρες τους χτύπησα την πόρτα αντιμετώπισα το χαμόγελο τους και την γενναιοδωρία τους. Φράγκα δίφραγκα και τάλιρα!! μερικές φορές. Μαζί με κάποιο μελομακάρονο με την Σμυρναίικια συνταγή και ευχές από την καρδιά τους.

Ήταν δύσκολα χρόνια, μα μέσα στις συνοικίες βασίλευε η ανθρωπιά.

Χρόνια πολλά.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Νομιμόφρων σκλάβος

του Γιάννη Αθανασιάδη
 
 
Φίλε νομιμόφρονα.
Δεν οφείλεις καμία νομιμοφροσύνη σε κάτι που σε σκοτώνει.
Ο νόμος δεν ειναι κάτι μεταφυσικό.
Ο νόμος είσαι εσύ είμαι εγώ είμαστε όλοι.
Για σκέψου αυτοί που νομοθετούν (βουλή) και αυτοί που εφαρμόζουν τον νόμο.
Τι σχέση έχουν με τον λαό.
Εγώ θα έλεγα εχθρική εσύ τι νομίζεις?
Μην σε κοροϊδεύουν λοιπόν.
Νόμος που αδικεί το λαό, δεν ειναι νόμος και δεν χρειάζεται να είσαι δικηγόρος για να καταλάβεις αυτό που νιωθεις στο πετσί σου.
Όταν ο νόμος αδικεί τότε η ανυπακοή και η ανατροπή του ειναι χρέος μας.
Και αυτοί οι νόμοι ειναι δοτοί από κάποιους ξένους, εχθρούς του λαού και της πατρίδας μας.
Γι αυτό πάντα θα μας αδικούν.
Αν αισθάνεσαι βολεμένος η ότι τη βγάζεις ακόμα, μη φανταστείς ποτέ ότι θα σε λυπηθούν.
Όσοι επιβιώσουμε θα καταλήξουμε ισόβιοι σκλάβοι εμείς και τα παιδιά μας.



Εκείνα τα σκυλιά που στέκονται σιωπηλά και περήφανα

του Γιάννη Αθανασιάδη
 


Γενικά αγαπώ τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά.

Πάντα είχαμε σκύλο η γάτα ή και τα δύο στο σπίτι.

Από μικρός είχα δημιουργήσει πρόβλημα στη μητέρα μου διότι της κουβαλούσα ότι αδέσποτο έβρισκα στα οικόπεδα γυρνώντας από το σχολείο!

Η δικαιολογία μου ήταν ότι με κοιτούσαν στα μάτια και κλαίγανε.

Τέλος πάντων θέλω να πω ότι έχω ζήσει και κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα τους.

Θαυμάζω λοιπόν εκείνα τα σκυλιά που στέκονται σιωπηλά και περήφανα, αλλά όταν χρειαστεί να δράσουν είναι άκρως "αποτελεσματικά"!

Ενώ υπάρχουν και αυτά που χαλούν τον κόσμο από τα γαβγίσματα και την φασαρία και όταν τους την πέσουν φεύγουν και κρύβονται κάτω από το κρεββάτι ( Κάϊ- κάϊ - κάϊ ).

Πάντως αγαπώ όλους τους χαρακτήρες των ζώων (ζώα είναι) εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, αυτά που με σκυμμένο το κεφάλι και την ουρά στα σκέλια, μόλις γυρίσεις το κεφάλι σε δαγκώνουν και το σκάνε.

Ε... ναι ... αυτό.



Οι στιγμές της ζωής μας.

του Γιάννη Αθανασιάδη

Οι σοφοί λένε ότι η ζωή μας είναι το άθροισμα των στιγμών που περάσαμε.

Λένε επίσης ότι η ευτυχία είναι το συναίσθημα μιας στιγμής.

Ας είμαστε λοιπόν ταπεινοί και ευγνώμονες για την κάθε ευτυχισμένη στιγμή που περνάμε και μη την χαραμίζουμε στην ματαιότητα της διαρκούς ευτυχίας.









Κάποτε την Κυριακή

του Γιάννη Αθανασιάδη
   


Κάποτε η Κυριακή είχε την ιδιαίτερη αίσθηση το χρώμα και τις μυρωδιές της! 

Βγαίναμε στις γειτονιές και τις πλατείες. Οι μεγάλοι έπιναν το καφεδάκι τους, οι πιτσιρικαρία μπάλα και άλλα ομαδικά παιχνίδια, και το μεσημέρι ακούγονταν οι φωνές των μανάδων που μας φώναζαν για το μεσημεριανό τραπέζι.

Οι νεολαίοι παίρναν κρυφά το κορίτσι τους και πήγαιναν στις "καφετέριες" της διπλανής συνοικίας ελπίζοντας για ένα φιλί στα κλεφτά.

Υπήρχε πάντα κάτι μαγικό τις Κυριακές.

Μετά ήρθε η ανάπτυξη και η Κυριακή έγινε σαν όλες τις μέρες με το hang over της, τα σκυλάδικα, τα μπαράκια και το life style του βολεμένου καταφερτζή, και της αέναης ευφορίας.

Και σήμερα η Κυριακή είναι σαν όλες τις άλλες μέρες. Μόνο που τώρα είναι σκοτεινή, βουβή, άδεια από ψυχή και συναίσθημα, τα παιδιά εξαφανισμένα από τους δρόμους και τις πλατείες. 
Οι νεολαίοι χωρίς αναμνήσεις κυνηγούν πόκεμον, και οι μεγαλύτεροι θρηνούν τις όμορφες χαμένες Κυριακές.

Κάποιοι λίγοι οργανώνονται για να ξαναδώσουν νόημα στις Κυριακές πριν χαθεί η ανάμνηση και γίνει μια απλή μέρα στο ημερολόγιο.